Σύμβαση-Εκτέλεση σύμβασης

Επισημαίνεται ότι οι επιτρεπτές περιπτώσεις υποκατάστασης του αναδόχου αναφέρονται περιοριστικά στις  διατάξεις του άρθρου 132 παρ 1δ Ν.4412/16 , και, κατά συνέπεια, σε όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις που χωρεί υποκατάσταση του αναδόχου από άλλο πρόσωπο πρόκειται για μη επιτρεπτή τροποποίηση της αρχικής σύμβασης και μάλιστα για ουσιώδη τροποποίηση αυτής,

Οι ρητά επιτρεπτές περιπτώσεις υποκατάστασης του αρχικού αναδόχου είναι οι ακόλουθες:

  • Ι.Υποκατάσταση που οφείλεται σε ρητή ρήτρα αναθεώρησης ή δικαίωμα προαίρεσης
  • ΙΙ.Ολική ή μερική διαδοχή του αναδόχου λόγω εταιρικής αναδιάρθρωσης

Προκειμένου η ολική ή μερική διαδοχή του αρχικού αναδόχου να συνιστά επιτρεπτή τροποποίηση της σύμβασης θα πρέπει να πληροί τις ακόλουθες σωρευτικές προϋποθέσεις:

ΙΙ.α Ολική ή μερική διαδοχή του αρχικού αναδόχου λόγω εταιρικής αναδιάρθρωσης

ΙΙ.β Πλήρωση των ίδιων κριτηρίων ποιοτικής επιλογής εκ μέρους του διαδόχου

ΙΙ.γ Μη ουσιώδης τροποποίηση της αρχικής σύμβασης

ΙΙ. δ Η υποκατάσταση του αναδόχου δεν θα πρέπει να γίνεται με σκοπό την αποφυγή εφαρμογής των διατάξεων του Βιβλίου Ι η  του Βιβλίου ΙΙ  ανάλογα με το είδος της σύμβασης

  • ΙΙΙ.Η αναθέτουσα αρχή αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις του κυρίου αναδόχου έναντι των υπεργολάβων  του

.Οι μη ουσιώδεις τροποποιήσεις 

Επιτρεπτές τροποποιήσεις της σύμβασης είναι, εφόσον δεν εμπίπτουν σε οποιασδήποτε άλλη περίπτωση από αυτές που εκτέθηκαν ανωτέρω (1η, 2η, 3η, 4η), ή της περίπτωσης (6ης) που ακολουθεί, και οι μη ουσιώδεις τροποποιήσεις αυτής, όπως ρητά αναφέρεται στη διάταξη της περ. ε της παρ. 1 του άρθρου 132 του ν. 4412/2016

6η . Οι ήσσονος αξίας τροποποιήσεις 

Στην παρ. 2 του άρθρου 132 του ν. 4412/2016, έχει μεταφερθεί, o κανόνας των ‘’ήσσονος αξίας” ή ‘’de minimis’  τροποποιήσεων της αρχικής σύμβασης, όπως έχει προκύψει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, και αποτυπώθηκε στην αντίστοιχη διάταξη της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ. Σύμφωνα με τον εν λόγω κανόνα τροποποιήσεις «ήσσονος αξίας» της σύμβασης, οι οποίες δεν υπερβαίνουν ορισμένη αξία, όπως εκτίθεται αναλυτικά στη συνέχεια, είναι αποδεκτές, χωρίς να απαιτείται νέα διαδικασία σύναψης σύμβασης.

Οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται αθροιστικά, προκειμένου να ισχύει ο κανόνας των «de minimis” τροποποιήσεων είναι σωρευτικά οι ακόλουθες:

  • Η αξία της τροποποίησης να είναι κατώτερη των ορίων εφαρμογής των Οδηγιών
  •  Η αξία της τροποποίησης να μην υπερβαίνει ορισμένο ανώτατο ποσοστό.Ειδικότερα, προβλέπεται ότι η αξία της  «ήσσονος αξίας» τροποποίησης, δεν πρέπει να υπερβαίνει:
  • το 10% της αξίας της αρχικής σύμβασης για τις δημόσιες συμβάσεις προμηθειών και υπηρεσιών του Βιβλίου Ι και για τις συμβάσεις προμηθειών και υπηρεσιών του Βιβλίου ΙΙ του ν. 4412/2016,
  • το 15% της αξίας της αρχικής σύμβασης για τις δημόσιες συμβάσεις έργων του Βιβλίου Ι και για τις συμβάσεις έργων του Βιβλίου ΙΙ του ν. 4412/2016,

Σε περίπτωση περισσότερων, διαδοχικών τροποποιήσεων της αρχικής σύμβασης, η αξία τους υπολογίζεται βάσει της καθαρής αθροιστικής αξίας των διαδοχικών τροποποιήσεων. Ο εν λόγω περιορισμός που τίθεται και από τον ενωσιακό νομοθέτη και από τον εθνικό νομοθέτη αφορά στη σωρευτική αξία όλων των επακόλουθων τροποποιήσεων, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι τα ποσοστά που αναφέρονται προηγουμένως δεν αφορούν σε έκαστη τροποποίηση αλλά στο σύνολο αυτών και, εφόσον υπάρχουν περισσότερες διαδοχικές τροποποιήσεις της αρχικής σύμβασης, το σύνολο της αξίας αυτών αθροιστικά δεν μπορεί να υπερβαίνει τα ανωτέρω ποσοστά, ανάλογα με το είδος της σύμβασης.

  • Η τροποποίηση δεν μεταβάλλει τη συνολική φύση της σύμβασης

1, 2, 3, 4